Η σύγχρονη ιατρική χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή πρόοδο στη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών. Παράλληλα όμως, η αύξηση της επιστημονικής γνώσης, η συνεχής εμφάνιση νέων διαγνωστικών τεχνικών και θεραπευτικών επιλογών, καθώς και η πολυπλοκότητα πολλών νοσημάτων καθιστούν συχνά δύσκολη τη λήψη μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης ιατρικής απόφασης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναζήτηση δεύτερης ιατρικής γνώμης (second medical opinion) δεν αποτελεί ένδειξη δυσπιστίας απέναντι στον θεράποντα ιατρό ούτε αμφισβήτηση της επιστημονικής του επάρκειας. Αντίθετα, αποτελεί μία ώριμη και υπεύθυνη στάση του ασθενούς, η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως θεμελιώδες δικαίωμα και σημαντικό εργαλείο βελτίωσης της ποιότητας της περίθαλψης [1,2].
 |
| Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνώμ Ιατρικός ερευνητής, Συγγραφέας, ΩΡΛ Σύμβουλος στο πολυιατρείο Physio-Zen Κορίνθου, Δερβενακίων 47, Τηλ.6944280764, pharmage2@gmail.com, www.gelis.gr, wwwpharmagel.gr |
 |
| Aικατερίνη Γκέλη, Ιατρός, Ακτινοδιαγνώστρια, Άσσος Κορινθίας |
Η ιατρική δεν είναι πάντοτε μια επιστήμη απόλυτων απαντήσεων. Παρότι πολλές θεραπευτικές αποφάσεις βασίζονται σε υψηλής ποιότητας επιστημονικά δεδομένα, αρκετές κλινικές καταστάσεις επιδέχονται περισσότερες από μία ορθές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η επιλογή μεταξύ συντηρητικής αντιμετώπισης, φαρμακευτικής αγωγής ή χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία του ασθενούς, τα συνοδά νοσήματα, οι προσωπικές του προτιμήσεις και η εμπειρία της ιατρικής ομάδας [3]. Επομένως, η δεύτερη γνώμη συχνά συμβάλλει στη διεύρυνση της πληροφόρησης και όχι στην ανατροπή της πρώτης διάγνωσης.
Από την πλευρά του ασθενούς, η αναζήτηση δεύτερης γνώμης αποτελεί δικαίωμα που αναγνωρίζεται από τους περισσότερους διεθνείς οργανισμούς υγείας και από τις αρχές της βιοηθικής. Η αυτονομία του ασθενούς προϋποθέτει ότι αυτός λαμβάνει επαρκή, αντικειμενική και κατανοητή πληροφόρηση ώστε να μπορεί να συμμετέχει ενεργά στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του [4]. Η δεύτερη γνώμη ενισχύει αυτή τη διαδικασία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να ληφθούν αποφάσεις με σοβαρές συνέπειες, όπως μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις, θεραπείες για κακοήθειες ή πολύπλοκες επεμβατικές πράξεις.
Αρκετές επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι η δεύτερη γνώμη μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή της διάγνωσης ή του θεραπευτικού σχεδίου σε σημαντικό ποσοστό ασθενών. Σε ορισμένες ειδικότητες, όπως η ογκολογία, η ακτινολογία και η παθολογική ανατομική, η επανεξέταση των εξετάσεων από δεύτερο ειδικό οδηγεί σε ουσιαστικές τροποποιήσεις της διάγνωσης που επηρεάζουν άμεσα τη θεραπεία [5–7]. Οι αλλαγές αυτές δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ο πρώτος γιατρός έκανε λάθος. Συχνά αντικατοπτρίζουν τη διαφορετική εξειδίκευση, τη μεγαλύτερη εμπειρία σε συγκεκριμένα νοσήματα ή την πρόσβαση σε νεότερα διαγνωστικά δεδομένα.
Η δεύτερη γνώμη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία στις σπάνιες παθήσεις. Ένας γιατρός μπορεί να είναι εξαιρετικός επιστήμονας και ταυτόχρονα να έχει συναντήσει ελάχιστα περιστατικά μιας ιδιαίτερα ασυνήθιστης νόσου κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Η παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο ή σε ιατρό με μεγαλύτερη εμπειρία στη συγκεκριμένη πάθηση δεν μειώνει την αξία του πρώτου ιατρού· αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη υπευθυνότητας και επαγγελματισμού [8].
Εξίσου σημαντικό είναι ότι ένας ικανός και ασφαλής γιατρός δεν αισθάνεται να απειλείται από την αναζήτηση δεύτερης γνώμης. Αντίθετα, πολλοί έμπειροι κλινικοί ιατροί ενθαρρύνουν οι ίδιοι τους ασθενείς τους να συμβουλευθούν έναν ακόμη ειδικό όταν πρόκειται να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις. Η πρακτική αυτή όχι μόνο ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ γιατρού και ασθενούς, αλλά μειώνει και το άγχος του ασθενούς, ο οποίος αισθάνεται ότι έλαβε την καλύτερη δυνατή πληροφόρηση πριν αποφασίσει [9].
Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς δεν οικοδομείται πάνω στην αποκλειστικότητα της γνώμης του ενός, αλλά στην ειλικρίνεια, τη διαφάνεια και την αμοιβαία συνεργασία. Ένας γιατρός που εξηγεί αναλυτικά τη διάγνωση, παρουσιάζει όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές και αποδέχεται χωρίς αμυντική στάση την επιθυμία του ασθενούς να λάβει δεύτερη γνώμη, αποδεικνύει υψηλό επίπεδο επαγγελματικής ωριμότητας. Αντίστοιχα, ένας ασθενής που ενημερώνει ευθέως τον θεράποντα ιατρό για την πρόθεσή του να συμβουλευθεί έναν δεύτερο ειδικό δεν επιδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης, αλλά υπευθυνότητα απέναντι στην υγεία του.
Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η ιατρική εξελίσσεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Κάθε χρόνο δημοσιεύονται εκατοντάδες χιλιάδες νέες επιστημονικές εργασίες και αναθεωρούνται πολυάριθμες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Είναι πρακτικά αδύνατο ένας μόνο γιατρός να γνωρίζει σε βάθος κάθε νέα εξέλιξη σε όλους τους τομείς της ειδικότητάς του. Για τον λόγο αυτό, η συνεργασία μεταξύ συναδέλφων και η ανταλλαγή απόψεων αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της σύγχρονης ιατρικής πρακτικής και όχι ένδειξη αδυναμίας [10].
Η έννοια της δεύτερης γνώμης δεν αφορά μόνο τη διάγνωση αλλά και τη θεραπεία. Δύο έμπειροι γιατροί μπορεί να συμφωνούν απολύτως στη διάγνωση, αλλά να προτείνουν διαφορετικές θεραπευτικές στρατηγικές, όλες επιστημονικά αποδεκτές. Για παράδειγμα, σε ορισμένες παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος μπορεί να προταθεί είτε συντηρητική αγωγή είτε χειρουργική αντιμετώπιση, ενώ και οι δύο επιλογές υποστηρίζονται από τις κατευθυντήριες οδηγίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η δεύτερη γνώμη βοηθά τον ασθενή να κατανοήσει καλύτερα τα οφέλη και τους κινδύνους κάθε επιλογής και να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση [3].
Παράλληλα, η δεύτερη γνώμη μπορεί να προστατεύσει τόσο τον ασθενή όσο και τον ίδιο τον γιατρό. Η επιβεβαίωση μιας δύσκολης διάγνωσης από δεύτερο ειδικό μειώνει την πιθανότητα διαγνωστικών λαθών και ενισχύει την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Η σύγχρονη κουλτούρα της ασφάλειας των ασθενών βασίζεται ακριβώς στη συνεργασία, στη διασταύρωση των πληροφοριών και στην αποφυγή της υπερβολικής αυτοπεποίθησης, η οποία έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας κινδύνου για ιατρικά σφάλματα [11].
Βεβαίως, η δεύτερη γνώμη πρέπει να αναζητείται με σωστό τρόπο. Ο ασθενής οφείλει να απευθύνεται σε κατάλληλα καταρτισμένους ειδικούς, να προσκομίζει πλήρη ιατρικό φάκελο και να αποφεύγει την άκριτη αναζήτηση αντικρουόμενων πληροφοριών στο διαδίκτυο ή σε μη αξιόπιστες πηγές. Ο στόχος δεν είναι η αναζήτηση της γνώμης που «ταιριάζει» στις προσωπικές επιθυμίες του ασθενούς, αλλά η αντικειμενική αξιολόγηση των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων.
Τελικά, η δεύτερη γνώμη δεν αποτελεί προσβολή για τον γιατρό. Αντίθετα, αποτελεί έκφραση της σύγχρονης, συμμετοχικής και τεκμηριωμένης ιατρικής, στην οποία ο ασθενής συμμετέχει ενεργά στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του και ο γιατρός λειτουργεί ως επιστημονικός σύμβουλος και συνεργάτης. Η εμπιστοσύνη δεν μειώνεται όταν επιβεβαιώνεται μια διάγνωση από δεύτερο ειδικό· αντίθετα, ενισχύεται. Στην πραγματικότητα, ένας γιατρός που καλωσορίζει τη δεύτερη γνώμη δείχνει αυτοπεποίθηση, επαγγελματική ακεραιότητα και σεβασμό προς τον ασθενή. Και ένας ασθενής που την αναζητά δεν αμφισβητεί τον γιατρό του· φροντίζει υπεύθυνα το πολυτιμότερο αγαθό του: την υγεία του.
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Institute of Medicine. Crossing the Quality Chasm: A New Health System for the 21st Century. Washington (DC): National Academies Press; 2001.
- World Health Organization. Framework on integrated, people-centred health services. Geneva: WHO; 2016.
- Harrison's Principles of Internal Medicine. 22nd ed. New York: McGraw-Hill; 2022.
- World Medical Association. Declaration of Lisbon on the Rights of the Patient. Revised 2015.
- Graber ML. The incidence of diagnostic error in medicine. BMJ Qual Saf. 2013;22(Suppl 2):ii21-ii27.
- Elmore JG, Longton GM, Carney PA, et al. Diagnostic concordance among pathologists interpreting breast biopsy specimens. JAMA. 2015;313(11):1122-32.
- Bruno MA, Walker EA, Abujudeh HH. Understanding and confronting our mistakes: the epidemiology of error in radiology and strategies for error reduction. Radiographics. 2015;35(6):1668-76.
- European Reference Networks. Recommendations for multidisciplinary management of rare diseases. European Commission.
- Barry MJ, Edgman-Levitan S. Shared decision making—the pinnacle of patient-centered care. N Engl J Med. 2012;366(9):780-1.
- National Academy of Medicine. Health Professions Education: A Bridge to Quality. Washington (DC): National Academies Press; 2003.
- To Err Is Human. Washington (DC): National Academies Press; 2000.